Fast Fiction

15/4/06

Κεραυνοβόλα - Μέρος Β
{Διήγημα}

...Για πότε έστριψε αριστερά ούτε που το κατάλαβε.

Τον ακολούθησε μέχρι το Μακεδονία Παλάς, όπου έστριψε δεξιά. Έφτασαν στην παραλία όπου παρκάρανε δίπλα δίπλα. Βγήκε απ’ το αυτοκίνητό του και πλησίασε το δικό της. Η Μαρία όφειλε να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι φοβόταν. Αναρωτήθηκε αν βρισκόταν με τον τέλειο άντρα στην ρομαντική παραλία της Θεσσαλονίκης ή με έναν άγνωστο, βιαστή δολοφόνο, στη θεοσκότεινη και επικίνδυνη παραλία της Θεσσαλονίκης. Ο Στέφανος της άνοιξε την πόρτα και άπλωσε το χέρι του σαν ιππότης. «Κυρία μου», της είπε. Μάλλον είναι το πρώτο, σκέφτηκε η Μαρία που έπιασε το χέρι του και βγήκε από το αμάξι. Ο Στέφανος ένιωσε ένα ρίγος αντικρίζοντας τα πανέμορφα πόδια της μέσα στα ασημένια ψηλοτάκουνα πέδιλα.

«Πού πάμε;» ρώτησε ζαλισμένη η Μαρία.

«Εμπιστεύσου με», της είπε ο Στέφανος και κράτησε το χέρι της. Άρχισαν να περπατούν αργά αργά πιασμένοι χέρι χέρι προς το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η νύχτα ήταν υπέροχη, ζεστή, και το φεγγάρι έλαμπε στον ουρανό.

«Έκανες καλά που ήρθες», της είπε ζεστά ο Στέφανος.

«Θα δείξει», απάντησε η Μαρία. Ο Στέφανος γέλασε και τα μάτια του έλαμψαν. Η Μαρία ένιωσε ότι αν τον κοιτούσε λίγο ακόμα θα λιποθυμούσε.

«Θα μου πεις πού πάμε;» ρώτησε η Μαρία. Από την αμηχανία της δεν έβρισκε τίποτε άλλο να πει.

«Στο καραβάκι», της είπε και της έδειξε το πλωτό μπαράκι που ήταν αραγμένο μπροστά στο άγαλμα. Καθώς το πλησιάζανε όλο και δυνάμωνε η μουσική ρέγγε που έπαιζε. Όταν το φτάσανε, ο Στέφανος ανέβηκε πάνω και γύρισε για να την κρατήσει. Καθώς εκείνη ανέβηκε, την τράβηξε με περισσότερη δύναμη απ’ ότι χρειαζόταν και τα κορμιά τους κόλλησαν. Έμειναν έτσι για κάποιες στιγμές κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια και ένιωσαν και οι δυο τον χρόνο να σταματάει.

«Πάμε άκρη άκρη να κάτσουμε» της είπε ο Στέφανος και την τράβηξε από το χέρι. Την πήγε στην δεξιά κουπαστή του πλοιαρίου όπου είχε μια τάβλα για τα ποτά και της έφερε ένα σκαμπό για να καθήσει. Εκείνος στάθηκε όρθιος.

«Τι θα πιεις;» την ρώτησε προστατευτικά.

«Μια μπύρα», απάντησε η Μαρία κοιτώντας τον στα μάτια.

«Μη φύγεις», της είπε και πήγε στο μπαράκι. Πού να πάω, καλέ, σκέφτηκε η Μαρία και γέλασε. Άρχισε να αγναντεύει το σύνορο της θάλασσας με την πόλη. Ήταν πανέμορφα. Τα φώτα της πόλης αντανακλούνταν στο νερό ενώ τα αυτοκίνητα της λεωφόρου Νίκης φαινόταν σαν μικρά φωτάκια που κυλούσαν ασταμάτητα. Ήταν μαγικά. Σκέφτηκε ότι τον κύριο υπαίτιο για αυτή την υπέροχη βραδιά τον είχε πει μαλάκα. Γέλασε μόνη της. Ο Στέφανος επέστρεψε με δυο μπύρες και της πρόσφερε τη μία. Τσούγκρισε το μπουκάλι του στο δικό της και ήπιε μια γουλιά κοιτάζοντάς την διαρκώς.

Ξαφνικά, το καραβάκι ταρακουνήθηκε. Η Μαρία τρόμαξε και ένιωσε ότι θα πέσει απ’ το σκαμπό της. Αμέσως, ο Στέφανος την κράτησε με τα χέρια του από τη μέση της.

«Μη φοβάσαι, ξεκινάει το καραβάκι τη βόλτα του», της είπε χαμογελώντας. Η Μαρία χαμογέλασε και εκείνη. Οι καρδιές τους χτυπούσαν σαν τρελές.

«Δεν το ήξερα ότι κάνει βόλτα», είπε η Μαρία.

«Γι’ αυτό σε έφερα εδώ, για να μην μπορείς να μου φύγεις», της είπε γλυκά ο Στέφανος. Η Μαρία ένιωσε να ζαλίζεται.

«Θέλεις να μου πεις τ’ όνομά σου;» της είπε.

«Μμμμ, Μαρία» είπε εκείνη ζαλισμένη.

«Μμμμ, Μαρία… Στέφανος, χαίρω πολύ» της είπε και γέλασαν και οι δυο. Το καραβάκι άρχισε να πλέει με ταχύτητα και το αεράκι άρχισε να τους χτυπάει με ορμή μυρίζοντας θάλασσα. Η Μαρία ένιωσε την ψύχρα και το έδειξε. Ο Στέφανος τύλιξε τα χέρια του γύρω της για να τη ζεστάνει.

«Μήπως μ’ έφερες εδώ και για να κρυώνω;» ρώτησε παιχνιδιάρικα η Μαρία.

«Ακριβώς», είπε ο Στέφανος γελώντας.

«Όλες εδώ τις φέρνεις;» ρώτησε με ύφος η Μαρία. Ο Στέφανος γέλασε. Ύστερα σοβάρεψε.

«Σ’ έχω ερωτευθεί» της είπε παθιάρικα. «Τρελά…»

Οι καρδιές τους κόντευαν να σπάσουν. Η Μαρία έβαλε τα χέρια της γύρω απ’ τον λαιμό του. Εκείνος, όπως ήταν όρθιος και εκείνη καθισμένη, έσπρωξε ελαφρά με το κορμί του και της άνοιξε τα πόδια. Εκείνη παραδόθηκε. Κόλλησε επάνω του και ένιωσε το αγριεμένο του εξόγκωμα ανάμεσα στα σκέλια της. Μύρισε το άφτερ σέιβ του και ένιωσε ένα κενό στο στομάχι. Έκλεισε τα μάτια της και ένιωσε τα χείλη του στα δικά της και έπειτα την γλώσσα του μέσα στο στόμα της, απαλή και υγρή, να χαϊδεύει αργά και στοργικά την δική της. Ύστερα πάλι τα χείλη του να παίζουν με τα δικά της. Όταν απομακρύνθηκαν μετά από κάποια λεπτά, κοιτάχτηκαν με μάτια λάγνα, με βλέφαρα μισόκλειστα, μεθυσμένοι από τον έρωτα. Τη στιγμή την διέκοψαν τα κινητά τους, που κατά διαβολική σύμπτωση άρχισαν να χτυπάνε ταυτόχρονα. Ο Στέφανος ξεφύσηξε.

«Συγνώμη, πρέπει να απαντήσω,» της είπε, της έδωσε ένα πεταχτό φιλί και πήγε λίγο πιο πέρα για να μιλήσει.

Η Μαρία άνοιξε το κινητό της και η πρώτη κουβέντα που είπε ήταν «Δεν θα το πιστέψετε...». Ενώ η τελευταία κουβέντα που είπε ο Στέφανος στο κινητό του πριν το κλείσει βίαια ήταν «Δες Χαρδαβέλλα».

14/4/06

Κεραυνοβόλα - Μέρος Α
{Διήγημα}

Χέσιμο, ντους, ξύρισμα, άφτερ σέιβ, αποσμητικό, πουκάμισο, παντελόνι, παπούτσια, κλειδιά, λεφτά, τσιγάρα, κινητό και έξω απ’ την πόρτα. Μπήκε με ορμή στο γκολφάκι του και έβαλε μπρος με ανυπομονησία. Όπως πάντα, είχε αργήσει. Πάλι θα του τα πρήξει η Νάντια «που είμαι έτοιμη δέκα ώρες και σε περιμένω», λες και περιμένει στο δρόμο στους μείον είκοσι. Σπίτι της περιμένει, τι πειράζει που αργώ; Ας δει Χαρδαβέλλα, είναι που είναι ούφο, σκεφτόταν και βάραινε το δεξί του πόδι από τα νεύρα. «Α, ρε, Στέφανε, τι τραβάς για να γαμήσεις…» μονολόγησε δυνατά, άναψε τσιγάρο και κατέβασε το παράθυρο.

Σάββατο βράδυ, Ιούνιος, πίτα η Όλγας από την Καλαμαριά προς το κέντρο. Σίγουρα χρειαζόταν μισή ώρα να φτάσει παραλία με Αγίας Σοφίας όπου έμενε η Νάντια, και έπρεπε να ήταν ήδη εκεί. Θα την έπαιρνε για να πάνε στη Σοφούλη. Άκου, τώρα, να πάω από την Αιγαίου Σάββατο βράδυ στο κέντρο να την πάρω για να πάμε πίσω Καλαμαριά, σκεφτόταν. «Πάρε και κανα λεωφορείο Ναντιούλα… πάρε και κανά ταξάκι…» φώναξε στον εαυτό του. «Γιατί για να οδηγήσεις δεν είσαι, μην σκοτώσουμε και κανέναν Σαββατιάτικα». Μέσα στα νεύρα συνέχισε να οδηγεί μουρμουρίζοντας, κολλημένος στην κίνηση της Όλγας.

Κατούρημα, μπάνιο, σαμπουάν, μαλακτικό, αφρόλουτρο, ξύρισμα, ξέβγαλμα, στύψιμο, σκούπισμα, χτένισμα, σκούπισμα, χτένισμα, αποσμητικό, εσώρουχα, φούστα, μπλουζάκι, άλλο μπλουζάκι, ζώνη, χτένισμα, πιστολάκι, χτένισμα, μανικιούρ, κρέμα προσώπου, κρέμα χεριών, κατούρημα, μέικ απ, σκιά, ρουζ, μάσκαρα, μολύβι, κραγιόν, διόρθωση σκιάς, χτένισμα, παπούτσια, τσάντα, μπουφανάκι, άρωμα, κλειδιά, πορτοφόλι, τσιγάρα, κινητό, ρουζ, χτένα, κραγιόν, χαρτομάντιλα, κλάμερ, κοκαλάκι και έξω απ’ την πόρτα, μέσα απ’ την πόρτα, κατούρημα και έξω απ’ την πόρτα. Μπήκε με ορμή στο γκολφάκι της και έβαλε μπρος με ανυπομονησία. Όπως πάντα, είχε αργήσει. Δεν την πείραζε καθόλου, όμως, αφού οι φίλες της θα της έστελναν μήνυμα σε ποιο μπαράκι της παραλιακής θα καθόταν.

Χαλάρωσε και βολεύτηκε στο κάθισμά της περιμένοντας δεύτερη στη σειρά το φανάρι που στρίβει για την Όλγας. Μόλις όμως αυτό άναψε πράσινο, ο μπροστινός οδηγός ούτε που κουνήθηκε. «Άντε», μονολόγησε η Μαρία. Τίποτα αυτός. Στα εφτά δευτερόλεπτα του έκανε φώτα. Ξανά τίποτα. Στα δέκα δευτερόλεπτα πάτησε την κόρνα της κοφτά. Αδρανής ο μπροστά. Το πορτοκαλί άναψε και τότε πάτησε την κόρνα της μανιασμένα. Ο μπροστά ξύπνησε και έφυγε, ενώ εκείνη την έπιασε το κόκκινο. «Μαλάκα», φώναξε και χτύπησε το χέρι της στο τιμόνι. Άναψε τσιγάρο, άνοιξε το παράθυρο, και περίμενε νευριασμένη να ξανά-ανάψει το πράσινο.

Στρίβοντας στην Όλγας κόλλησε αμέσως στο μποτιλιάρισμα. Δυνάμωσε το ραδιόφωνο που έπαιζε το καλοκαιρινό hit «I want to get naked with you» και άρχισε να παίζει ρυθμικά τα δάχτυλά της στο τιμόνι. Τότε, η λωρίδα της μετακινήθηκε λίγο πιο μπροστά και βρέθηκε ακριβώς δίπλα σε ένα αυτοκίνητο που έπαιζε το ίδιο τραγούδι. Τον ίδιο σταθμό ακούμε, σκέφτηκε και άθελά της γύρισε αριστερά να κοιτάξει τον οδηγό. Αυτό ήταν.

Η Μαρία αντίκρισε τον πιο όμορφο άντρα που είχε δει στη ζωή της να την κοιτάζει. Ήταν μελαχρινός με μπλε μάτια, συνδυασμός που την σκότωνε. Τα μαλλιά του ήταν ελαφρώς μακριά, ολόισια και ατημέλητα και τον έκαναν να μοιάζει με Ιταλό ποδοσφαιριστή. Η ματιά του ήταν φλογερή. Τα πόδια της λύθηκαν. Ένιωσε σαν ένα ανυπεράσπιστο ελαφάκι έτοιμο να παραδοθεί στον κατάμαυρο πάνθηρα που το καραδοκεί για να το καταβροχθίσει.

Και πράγματι, έτσι την κοιτούσε ο Στέφανος. Έτοιμος να την καταβροχθίσει. Ήταν πραγματικά η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ. Κούκλα, με μεγάλα καστανά μάτια, μακριές βλεφαρίδες, ολόισια μακριά καστανά μαλλιά και έντονα ζυγωματικά. Ήταν ολόκληρη να την φας. Αυτή τη γυναίκα την ήθελε όσο τίποτε άλλο στον πλανήτη. Και θα έκανε τα πάντα για να την αποκτήσει.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο έπαιζε το ρεφρέν του «I want to get naked with you», ενώ το διέκοψε η φωνή του χαρούμενου dj. «I want to get naked with you, υπέροχο τραγούδι και υπέροχη βραδιά για να ερωτευτείτε και να γθυθείτε μαζί με κάποιον…»

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μία διευκρίνιση: Σίγουρα θα αναρωτιέστε πώς είναι δυνατόν τέτοια σύμπτωση, πώς γίνεται πάντα οι πρωταγωνιστές μιας ιστορίας, ένας άντρας και μια γυναίκα, να συναντήθηκαν έτσι, τόσο τυχαία μέσα σ’ ένα μποτιλιάρισμα και να ερωτεύτηκαν και οι δυο ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον τόσο παθιασμένα, παράφορα, κεραυνοβόλα. Σας λέω, λοιπόν, ότι είναι πάμπολλες οι φορές που αυτό δεν συνέβη.

Είναι, δηλαδή, πάμπολλες οι φορές που οι δυο τους δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούν, παρόλο που μένουν και οι δυο στην Καλαμαριά και χρησιμοποιούν κατά κόρον την Όλγας για να πάνε στο κέντρο όπου δουλεύουν, και την παραλιακή για να γυρίσουν σπίτι. Όπως επίσης είναι πάμπολλες οι φορές που η Μαρία, κολλημένη σε κάποιο μποτιλιάρισμα, γύρισε και είδε τον οδηγό του διπλανού αυτοκινήτου να την κοιτάζει λυσσασμένα και σκέφτηκε «τι κοιτάει ο μαλάκας, δεν κοιτάει τα χάλια του;» και συνέχισε το δρόμο της. Και είναι πάμπολλες και οι φορές που ο Στέφανος γύρισε και κοίταξε κάποια διπλανή οδηγό να τον κοιτάει παράλυτη και σκέφτηκε «πω πω, τι μπάζο είναι αυτό, ποιος τη γαμάει» και έστριψε στο πρώτο φανάρι που βρήκε.

Αυτή τη φορά, λοιπόν, εκείνο το Σαββατόβραδο έτυχε η Μαρία και ο Στέφανος να συναντηθούν και να ερωτευτούν κεραυνοβόλα. Και αυτή την ιστορία επιλέγω να σας διηγηθώ. Και αν δεν είχε συμβεί, απλώς δεν θα υπήρχε ιστορία να αφηγηθώ.

Η Μαρία είχε βυθιστεί σε μια νιρβάνα όταν την ξύπνησαν η επίμονες κόρνες των πίσω οδηγών. Συνήλθε και συνειδητοποίησε ότι είχε δέκα μέτρα κενό μπροστά της, τεράστια απόσταση για την μποτιλιαρισμένη Όλγας. Το κάλυψε και το ίδιο έκανε και ο Στέφανος, που δεν σταμάτησε να την κοιτάζει. Η Μαρία πάσχιζε να κρατήσει το κεφάλι της ίσια μπροστά και τάχα να τον αγνοήσει, νιώθοντας συνεχώς το βλέμμα του να της καίει το πρόσωπο. Με την άκρη του ματιού της έπιασε το παράθυρο του συνοδηγού του να ανοίγει.

«Πού πας;» άκουσε μια απαλή μπάσα φωνή. Η καρδιά της πήγε να σπάσει. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί και χαμογέλασε ελαφρά. Για τον Στέφανο αυτό το χαμόγελο ήταν η χαραμάδα στο φρούριο που ήθελε να πορθήσει. Και εξαπέλυσε επίθεση με πολιορκητικό κριό.

«Θα μου πεις που πας;» ξαναρώτησε χαμογελώντας. Βλέποντας το χαμόγελό του η Μαρία έλιωσε.

«Τι σε ενδιαφέρει;» ρώτησε η Μαρία κάνοντας τη δύσκολη.

«Δεν με ενδιαφέρει», απάντησε ο Στέφανος και ο πίσω οδηγός άρχισε να τον κορνάρει σαν τρελός, καθώς άδειασαν 8 μέτρα μπροστά του.

«Άσε το καμάκι και κουνήσου», ακούστηκε μια φωνή από πίσω και ο Στέφανος έκανε μπροστά. Της Μαρίας δεν της άρεσε καθόλου η τροπή που πήραν τα πράγματα. Είπε να κάνει λίγο τη δύσκολη, όχι να τον χάσει. Η καρδιά της άρχισε να οργιάζει μέχρι να προχωρήσει λίγο και να βρεθεί ξανά δίπλα του. Δεν είχε ιδέα τι να του πει, όταν τον άκουσε να λέει:

«Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μην πας…». Η Μαρία γύρισε και τον κοίταξε. Με μάτια καρφωμένα στα δικά της, συνέχισε: «και να έρθεις μαζί μου», της είπε αποφασιστικά.

«Πού να έρθω μαζί σου;» κατάφερε να ψελλίσει η Μαρία γελώντας, μην μπορώντας να πιστέψει στα αυτιά της. Ο Στέφανος, έχοντας νιώσει ότι η έλξη ήταν αμοιβαία, αποφάσισε να το παίξει όλα για όλα. Τράβηξε πίσω τον πολιορκητικό του κριό και τον εξαπέλυσε με όλη τη φόρα του στο κάστρο.

«Μπορείς να συνεχίσεις το δρόμο σου και να πας στις φίλες σου για να ακούς όλη νύχτα τα γκομενικά τους μέσα στην κάπνα, ή στον γκόμενό σου για να ακούς όλη νύχτα τη γκρίνια του, ή μπορείς να με ακολουθήσεις και να περάσεις τη βραδιά μαζί μου», είπε και έστριψε απότομα αριστερά προς την παραλιακή. Ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα τον ακολουθήσει. Για τίποτα δεν υπήρξε πιο σίγουρος στη ζωή του. Καλού κακού, κράτησε και την πινακίδα της.

Η Μαρία έμεινε σύξυλη. Τόσο μεγάλη απόφαση σε τόσο λίγο περιθώριο. Το μπροστινό της αυτοκίνητο άρχισε να απομακρύνεται. Ή θα έστριβε τώρα, ή θα συνέχιζε ευθεία. Ή θα πήγαινε μαζί του τώρα να ζήσει μια απροσδόκητη βραδιά με τον άντρα των ονείρων της, ή θα πήγαινε στις φίλες της να ακούει τα γκομενικά τους όλη νύχτα.
συνεχίζεται...

13/4/06

Η Πρώτη Απώλεια
{Διήγημα}

Καθισμένη στο μπαλκόνι του σπιτιού μου μία κρύα ημέρα του Φεβρουαρίου, είχα βυθιστεί στις σκέψεις μου, όταν ένα νευρικό μηχανάκι διατάραξε άκομψα την ησυχία της γειτονιάς. Ήταν ένας πιτσαδόρος. Αμέσως ο Μπίλυ μας άρχισε να τον γαβγίζει. Το γάβγισμά του βαρύτονο, τραχύ. Ο Μπίλυ είναι γερμανικό τσοπανόσκυλο. Το τρίχωμά του είναι μαύρο στη ράχη του, ξανθό στα πόδια του και άσπρο στην κοιλιά του. Στιβαρός σκύλος, ογκώδης, με βαρύ πάτημα. Για όσους τον ξέρουν, και τους ξέρει και εκείνος, είναι ένας χαδιάρης και παιχνιδιάρης μπούφος. Αμπντάλης και μπουνταλάς. Για όσους όμως δεν τον ξέρουν, είναι ο φόβος και ο τρόμος της γειτονιάς. Άγριος και τρομαχτικός, θα μπορούσε να σε σκίσει στα δυο. Στα νιάτα του τουλάχιστον. Γιατί τώρα είναι πια δώδεκα χρονών.

Καημένε Μπίλυ, γέρασες και εσύ, σκέφτηκα. Η μουσούδα σου έχει ασπρίσει και τα πόδια σου δεν σε κρατάνε πια. Δεν σου μένει και πολύς καιρός ακόμη. Σύντομα θα σε κλάψουμε και εσένα. Αλήθεια, αναρρωτήθηκα, πόσο θα τον κλάψω τούτον;

Η σκέψη μου άρχισε να σκάβει πολύ βαθιά μέσα στη μνήμη μου. Βρήκε το ακριβές σημείο όπου είναι καταχωνιασμένο και ασφαλισμένο για πάντα το πρώτο μου –και μοναδικό- παιδικό τραύμα. Η πρώτη μου επαφή με το αίσθημα της απώλειας. Όταν έχασα το σκυλάκι χωρίς όνομα.

Πήγαινα γυμνάσιο όταν το πήραμε. Ενός και κάτι μηνών κουταβάκι. Ήταν πανέμορφο. Κατάμαυρο στη ράχη με ξανθά ποδαράκια και μια άσπρη φουντίτσα στο στήθος. Η μουτσούνα του ήταν και αυτή σκούρη ενώ τα μάγουλά του ήταν ξανθά με μια μαύρη βούλα, χαρακτηριστικό γνώρισμα των καθαρόαιμων λυκόσκυλων. Τα αυτάκια του ήταν ελαφρώς πεσμένα. Το τρίχωμά του γυαλιστερό και απαλό.

Θυμάμαι ότι το πήραμε μέσα στο σπίτι και το χαϊδεύαμε πάνω στο χαλί. Ήταν παιχνιδιάρικο και χαδιάρικο. Ήμουν σίγουρη ότι με είχε συμπαθήσει περισσότερο απ’ όλους γιατί όλο σε εμένα ερχότανε. Φαινόταν να μου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Πότε πότε με μύριζε με το υγρό του μυτάκι και ύστερα έπεφτε ανάσκελα για να του χαϊδέψω την κοιλίτσα. Ήμουν ευτυχισμένη.

Το βράδυ επέμενα να το κρατήσουμε μέσα στο σπίτι. Η Βαλασία, όμως, η μεσόκοπη γυναίκα που μας πρόσεχε, με αποπήρε με τον πιο άσχημο τρόπο. Τι δουλειά είχε το σκυλί μέσα στο σπίτι. Έπρεπε να μείνει στην αυλή όπου ανήκε. Υποχώρησα. Το έβγαλα στον κήπο και έπαιξα λίγο ακόμα μαζί του. Έπειτα ξάπλωσα στο παγκάκι μπρούμυτα και εκείνο ήρθε και ξάπλωσε από κάτω στο πάτωμα. Το χάιδευα ξαπλωμένη με το ένα χέρι. Χάιδευα τον απαλό του λαιμό, την μαλακή του κοιλίτσα. Έπαιζα στα δάκτυλά μου τις μικρές του πατουσίτσες που ήταν από κάτω σαν συννεφάκι και ένιωθα να με τρυπούν γλυκά τα μικρούλικα νυχάκια του. Μείναμε έτσι για ώρα ώσπου με τα χάδια μου αποκοιμήθηκε. Ευκαιρία, σκέφτηκα, και σηκώθηκα αθόρυβα για να μπω μέσα στο σπίτι. Και έτσι το εγκατέλειψα.

Αργότερα, θυμάμαι, άρχισα να το ακούω στον κήπο να κλαίει με το σπαραχτικό και παραπονιάρικο κλάμα του κουταβιού. Τα σκυλιά δεν την αντέχουν τη μοναξιά. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει αλλά πίεσα τον εαυτό μου και έμεινα ακλόνητη. Πού θα πήγαινε, σε λίγο θα το έπαιρνε απόφαση και θα σταματούσε. Και έτσι και έγινε.

Το επόμενο πρωί, τα χαράματα, το ξύπνημα ήταν βίαιο. Η Βαλασία μου χτυπούσε την πόρτα και φώναζε: Σήκω, ψόφησε το σκυλάκι. Η άξεστη η παλιόγρια. Σηκώθηκα με δυσπιστία και την ακολούθησα. Βγήκαμε στον κήπο. Ήμουν ξυπόλυτη. Η πρωινή ψύχρα με χτύπησε σύγκορμη. Αλλά δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που αντίκρισα.

Η Βαλασία πήρε στα χέρια της τη μαύρη σακούλα σκουπιδιών και έβγαλε από μέσα το κουταβάκι μου νεκρό. Ήταν ολόκληρο άκαμπτο. Όπως το έπιανε και το κουνούσε, κουνιόταν όλο μαζί, σαν λούτρινο ζωάκι. Το κρατούσε απ’ το πόδι σαν να’ ταν σφαχτάρι και μετά το ακούμπησε στο πάτωμα. Έτσι απλά, σαν να’ ταν ένα τίποτα, μια ρουτίνα γι’ αυτήν. Χαμένη χωριάτισσα. Πού να σκεφθείς την ευαίσθητη ψυχή ενός παιδιού.

Άρχισε να μιλάει συνέχεια, ασταμάτητα. Διηγιόταν, φώναζε… αλλά δεν άκουγα τίποτα απ’ ότι έλεγε. Τα μάτια μου είχαν καρφωθεί στο άψυχο κορμάκι του κουταβιού. Τα ματάκια του ήταν κλειστά. Τα ποδαράκια του τεντωμένα. Η γουνίτσα του ήταν ακόμα γυαλιστερή αλλά κάπως, δεν ξέρω πώς, ήταν ολότελα φανερό: ήταν νεκρό.

Ο κόσμος χάθηκε κάτω απ’ τα πόδια μου. Ένιωσα κάτι που δεν είχα ξανανιώσει ποτέ. Ένα κοκτέιλ συναισθημάτων διαπερνούσε όλο μου το κορμί: απέραντη θλίψη για τον χαμό του, αδάμαστη οργή για την Βαλασία, ασήκωτες ενοχές που το ξεγέλασα και το εγκατέλειψα. Έπειτα, ακολούθησε το παραπλανητικό συναίσθημα της άρνησης: δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Το διαδέχτηκε το εμετικό συναίσθημα του μη αναστρέψιμου: ότι το κουταβάκι ήταν νεκρό και τίποτα δεν μπορούσε να το αλλάξει, ο χρόνος δε γυρίζει πίσω. Τέλος, ήρθε η σκληρή συνειδητοποίηση: το κουταβάκι χάθηκε.

Η επόμενη σκηνή που θυμάμαι είναι να ουρλιάζω στη Βαλασία στην αποθήκη του σπιτιού. Την έβριζα αναίσχυντα και ασταμάτητα θεωρώντας την υπαίτια. Κλαίγοντας με αναφιλητά και μάτια γεμάτα δάκρυα ξεστόμισα βαριές λέξεις, όπως πουτάνα, μαλακισμένη, εσύ φταις. Και εκείνη, αντί να υποχωρήσει, φώναζε και εκείνη και ωρυόταν για τα δίκια της. Κι έτσι, δεν βρήκα ούτε την παρηγοριά αυτή, το να φταίει άλλος, να τον βρίσω και να στεναχωρηθεί. Η θλίψη θα ήταν όλη δική μου. Όπως κι οι ενοχές.

Το κουταβάκι, γύρω στα ξημερώματα, είχε χωρέσει από τα αραιά κάγκελα της αυλόπορτας και βγήκε στην ήσυχη γειτονιά. Για κακή του τύχη βρέθηκε κάτω από τη ρόδα του αυτοκινήτου του γείτονα τη στιγμή που αυτός ξεκινούσε για τη δουλειά του. Το πάτησε. Ο κτηνίατρος είπε ότι αυτό έλιωσε τα πλευρά του. Μας είπε επίσης ότι έκανε μερικά βήματα ακόμη, πήρε μια τελευταία ανάσα και ξεψύχησε. Στο άκουσμα αυτής της αναπαράστασης, αναρωτήθηκα με το παιδικό μυαλό μου αν άραγε εκείνη τη στιγμή που ξεψυχούσε αβοήθητο με σκέφτηκε. Το στομάχι μου ανακατεύτηκε.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έκλαιγα. Το θυμάμαι πολύ καλά. Έκλαιγα ασταμάτητα. Περιφερόμουν μέσα στο σπίτι, σε κάθε δωμάτιο, και έκλαιγα. Καθόμουν στο πάτωμα, έπινα νερό, έβλεπα τηλεόραση, όλα τα έκανα κλαίγοντας. Ακόμα και στο μάθημα που πήγα, θυμάμαι ότι έκλαιγα συνέχεια και ο δάσκαλος με κοιτούσε απορημένος. Δεν είπε όμως τίποτα.

Το κλάμα μου ήταν άλλοτε μουλωχτό, άλλοτε γοερό. Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα. Στο λαιμό μου ένιωθα διαρκώς έναν κόμπο και ένα κάψιμο, ενώ το στομάχι μου το ένιωθα σφιγμένο με τανάλια. Το σαγόνι μου έτρεμε και η αναπνοή μου γινόταν με σπασμούς εισπνοών και εκπνοών. Ήμουν δυστυχισμένη.

Δεν θυμάμαι μετά απ’ αυτό. Δεν θυμάμαι πώς το ξεπέρασα. Δεν έχω ανάμνηση του να νιώθω σιγά σιγά καλύτερα. Θυμάμαι, όμως, ότι μετά από αυτό, ποτέ δεν έκλαψα έτσι για κανέναν πιστό μας σκύλο. Ούτε όταν αργότερα χάσαμε τον πρώτο Μπίλυ που τον χτύπησε αυτοκίνητο όταν ήταν έξι μηνών. Ούτε όταν χάσαμε τον Μαξ από γεράματα, το λατρεμένο μας σκυλί με το οποίο μεγάλωσα μαζί και ο θάνατός του σήμανε το τέλος της παιδικής μου ηλικίας. Και όταν χάσαμε την Μπεατρίς, το πολυαγαπημένο σκυλί των κολλητών μου και έκλαιγαν οι καημένοι κοτζάμ άντρες, εγώ δεν ένιωσα τίποτα.

Και τώρα, που θα χάσουμε τον Μπίλυ, ειλικρινά σας λέω, θα στεναχωρηθώ, αλλά λίγο. Πολλοί θα πουν ότι μεγάλωσα, γι’ αυτό δεν στεναχωριέμαι πια για ένα σκύλο. Εγώ, όμως, σας λέω ότι δεν είναι το ότι μεγάλωσα. Ακόμα και τώρα, στην ανάμνηση εκείνου του χαμού, τα μάτια μου εξακολουθούν να γεμίζουν δάκρυα και η τανάλια να μου σφίγγει το στομάχι. Παράλληλα, όμως, από τότε κάτι συνέβη μέσα μου. Καμιά τέτοια απώλεια δεν μπορεί πια να με αγγίξει. Σκλήρυνα; Δεν ξέρω. Και αναπόφευκτα αναρωτιέμαι αν θα είναι έτσι άραγε και με την ανθρώπινη απώλεια. Αν στο πρώτο αγαπημένο πρόσωπο που θα χάσω θα χτυπηθώ ανελέητα από τη θλίψη, αλλά μετά σκληρύνω. Και γίνω αυτό που λένε δυνατός άνθρωπος.

10/4/06

Τα Λόγια
{Ποίημα}

Αν,
Λέω αν…
Υπάρχει η μεταθάνατον κι όλοι μεταφερθούνε

Και αν,
Λέω αν…
Σε τόπο πεντακάθαρο όλοι συναντηθούνε

Αν,
Λέω αν…
Εκεί τα λόγια τα κρυφά από όλους μαθευτούνε

Πόση αγάπη θα χρειαστεί για ν’ αλληλο-συγχωρεθούνε;


6/4/06

Ένα Σύγχρονο Θαύμα
{Απίστευτη αλλά Αληθινή Ιστορία}

Η ιστορία που ακολουθεί συνέβη σε κοντινό μου πρόσωπο και είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Μια απίστευτη ιστορία εκτυλίχθηκε πέρυσι τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου που σημάδεψε ανεξίτηλα μια οικογένεια.

Ήταν Παρασκευή 12 Αυγούστου 2005 όταν η τριαντατριάχρονη Έ. πήρε τα τρία της ανίψια και την κόρη της, δεκαπέντε μηνών, για να τα πάει για μπάνιο στη θάλασσα. Σταμάτησε, όπως όλοι, στο πάρκινγκ της πλαζ και κατέβασε τα παιδιά δίπλα στο αυτοκίνητό της. Όπως έσκυψε για να πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου, η κόρη της ελευθερώθηκε και πήγε δίπλα στα ξαδέλφια της, πίσω ακριβώς από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Όταν η E γύρισε να την κοιτάξει, έντρομη είδε το παιδί να βρίσκεται ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο που έκανε όπισθεν, ενώ τα ανίψια της ήταν λίγο πιο πίσω. Έσπευσε ενώ το αυτοκίνητο βρισκόταν ένα μέτρο από την κόρη της. «Ούρλιαζα αλλά αυτός συνέχιζε... Ούρλιαζα...», μου είπε.

Αργότερα, στο νοσοκομείο, ο μεγάλος της ανιψιός (τριών χρονών) θα της έλεγε ότι στην πραγματικότητα δεν ούρλιαζε: «Θεία, άνοιγες το στόμα σου, σε βλέπαμε, αλλά δεν έβγαινε φωνή». «Ίσως γι’ αυτό δεν με άκουγε ο οδηγός,» μου είπε η Έ., «αλλά εγώ θυμάμαι πεντακάθαρα ότι ούρλιαζα...»

Μπροστά στα μάτια της, η ρόδα του αυτοκινήτου πέρασε το κοριτσάκι από τα πόδια του σε όλο του το κορμάκι και σταμάτησε στο κεφάλι του. «Ήταν σαν να το είχαν βάλει αλφάδι κάτω από τη ρόδα,» μου είπε. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Στεκόμουν και κοιτούσα το παιδί μου με ένα ολόκληρο αυτοκίνητο σταματημένο πάνω στο κεφάλι του». Επάνω στο σοκ και τον πανικό της, έπιασε το αυτοκίνητο και προσπάθησε να το σηκώσει. Εν τέλει, ο οδηγός έκανε πάλι μπροστά περνώντας για ακόμη μια φορά πάνω από το σώμα του μωρού, αφήνοντας το παιδί αναίσθητο στο έδαφος.

«Δεν έπρεπε να το μετακινήσω, μου είπαν, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Νόμιζα ότι ήταν νεκρό. Το πήρα στην αγκαλιά μου και ευτυχώς μετά από λίγο έκανε ένα «γκουχ» και συνήλθε».

Το παιδί μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Παπανικολάου και από εκεί στο Ιπποκράτειο. Όταν του έκαναν οι γιατροί την αξονική σε όλο το σωματάκι του, δεν πίστευαν στα μάτια τους. «Έβγαιναν έξω ένας ένας και μου έλεγαν ’’κάνε το σταυρό σου, κορίτσι μου’’. Δεν πείσθηκαν με την πρώτη αξονική –τόσο δεν το πίστευαν- και του έκαναν και δεύτερη. Πάλι δεν έδειξε τίποτα. Αν δεν έβλεπαν το ρουχαλάκι του που έχει επάνω την ροδιά του αυτοκινήτου, δεν θα πίστευαν τι είχε συμβεί. Η ρόδα είχε αφήσει το αποτύπωμά της ακόμα και στο μάγουλο του παιδιού». Ένας γιατρός μάλιστα, όταν του είπε ότι έπιασε το αυτοκίνητο να το σηκώσει, της είπε «ποιος ξέρει τι δύναμη είχες εκείνη τη στιγμή».

Το μόνο πρόβλημα που είχε το παιδί, όπως μου είπε η Έ., ήταν ένα πολύ μικρό κάταγμα στο κρανίο, ένα «βαθουλοματάκι», επειδή κάτω από το κεφάλι του την ώρα που το πατούσε η ρόδα υπήρχε... ένα πετραδάκι(!). Μια αιμορραγία στα πνευμόνια του ήταν το μόνο που ανησύχησε τους γιατρούς, η οποία σταμάτησε γρήγορα. Σήμερα, η κόρη της Ε. χαίρει άκρας υγείας.

Αλλά το απίστευτο δεν σταματά εδώ. Ο άντρας της Έ. βρισκόταν στην Κύπρο για δουλειές και θα επέστρεφε απροειδοποίητα την Κυριακή για να τους κάνει έκπληξη. Μόλις έγινε το ατύχημα, την Παρασκευή, η Έ. τον ειδοποίησε να έρθει αμέσως, και εκείνος κατάφερε να βρει την μία και μόνη κενή θέση που υπήρχε το Σάββατο από Κύπρο για Ελλάδα. Εάν δεν είχε γίνει το ατύχημα, ο άντρας της τώρα θα ήταν νεκρός. Η πτήση που είχε κλείσει για την Κυριακή, 14 Αυγούστου 2005, ήταν με το μοιραίο αεροσκάφος Helios που συνετρίβει στο Γραμματικό.

Όσο για τη δύναμη που είχε η Έ. όταν σήκωνε το αυτοκίνητο; Μου είπε ότι σε κάποια φάση που έκλαιγε στο νοσοκομείο, πήγε ο τριών χρονών ανιψιός της και της είπε: «Μην κλαις, θεία. Δεν έχει τίποτα η μικρή. Την ώρα που την πατούσε το αυτοκίνητο ήρθε μια ψηλή κυρία με μακριά ρούχα και σήκωνε το αυτοκίνητο μαζί με ‘σένα. Την είδα».

«Ο Θεός μου τους χάρισε και τους δυο,» λέει σήμερα η Έ. Ζήτησα την άδεια της να μεταφέρω την ιστορία της. Φυσικά μου είπε ναι. Ο καθένας έχει δικαίωμα να πιστέψει ό,τι θέλει. 'Ηταν Θαύμα; Θεϊκή παρέμβαση; Απίστευτη σύμπτωση; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, είναι μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί... μια ιστορία που σίγουρα θα σε ρίξει σε περισυλλογή.

Την ιστορία αυτή την έζησα από κοντά (το ατύχημα, κλπ) αλλά όταν μου αφηγήθηκε η Ε. τις λεπτομέρειες -και την πτυχή του Helios- συγκλονίστηκα τόσο πολύ που κάθισα αμέσως και την έγραψα κυρίως για μένα, για να την κρατήσω και να μην την ξεχάσω ποτέ. Ύστερα ρώτησα την Ε. εάν θα ήθελε να δημοσιευθεί (σε εφημερίδες, περιοδικά) και μου είπε ναι, εφόσον δεν δημοσιευθούν τα στοιχεία της ίδιας και της οικογενείας της. Τελικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτικός και Οικονομικός Καθρέφτης στο τεύχος του Δεκεμβρίου του 2005, και μάλιστα το θέμα μπήκε και στο εξώφυλλο με τον τίτλο "Βρέφος έσωσε τον πατέρα του". Επιθυμία της Ε. είναι να μαθευτεί η ιστορία της και έτσι έχω το δικαίωμα και την δημοσιεύω σε αυτό το blog.

Η Παραλία του Διαλογισμού

Είμαι στον παράδεισο. Στην παραλία μου. Το πιο αγαπημένο μου μέρος επάνω στον πλανήτη. Έχει ζέστη, πόσο τη λατρεύω. Άπλετο φως. Προχωρώ προς τη θάλασσα. Η άμμος καίει τις πατούσες μου. Τα μαλλιά μου ανεμίζουν στον καυτό λίβα. Φτάνω στην ακροθαλασσιά. Ω, τι όμορφα που βουλιάζουν τα πόδια μου στη μουσκεμένη άμμο. Τι δροσερό νεράκι. Ξαφνικά, βλέπω ότι κρατώ το μπλε στρώμα. Ξαπλώνω επάνω του και αρχίζω να αρμενίζω. Τα χέρια μου και τα πόδια μου δροσίζονται μέσα στο νερό. Η πλάτη μου καίγεται από τον ήλιο. Βρέχω τα μαλλιά μου. Πόσο βάρυναν. Τι ωραία που με δροσίζουν πέφτοντας στην πλάτη μου.

Κοιτώντας πέρα, μακριά, η θάλασσα λαμπυρίζει. Κοιτώντας κάτω, στον βυθό, πόσο πεντακάθαρα φαίνονται όλα, η άμμος, οι πέτρες, τα ψαράκια. Η φωνή μου λέει να φέρω παρέα. Μόνο τώρα συνειδητοποιώ ότι ήμουν μόνη. Για δες. Γυρνώντας το κεφάλι βλέπω εκείνον. Επάνω στο στρώμα μαζί μου. Με κοιτάζει χαμογελαστός. Τα μακριά του μαλλιά βρεγμένα πέφτουν ανέμελα στα μάγουλά του. Στα μπράτσα του έχει σταγονίτσες. Στο λαιμό του κρέμονται τα κρεμαστά του.

Φορώ τα γυαλάκια μου και βουτάμε στο βυθό. Δεν χρειαζόμαστε αέρα. Ταξιδεύουμε κάτω απ’ το νερό, ανάμεσα σε πολύχρωμα ψάρια. Μια γραμμούλα βλέπουμε χαραγμένη στην άμμο. Την ακολουθούμε. Καταλήγει σε ένα μικρό ζωάκι που σέρνει το κέλυφός του… πού πηγαίνει; Κοίτα, και αυτό θέλει να ζήσει, και αυτό έχει σκοπό. Έρχεται ένα δελφίνι. Χορεύει και πηδά ψηλά έξω απ’ το νερό. Κρατιόμαστε απ’ την πλάτη του και μας ταξιδεύει στα βάθη του ωκεανού. Κοίτα, να κι άλλα.

Ξαφνικά, η φωνή μας λούζει με φως. Μπαίνουμε μέσα του. Κρατιόμαστε χέρι χέρι. Κοιταζόμαστε. Και τότε αρχίζουμε να γελάμε τρανταχτά. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε με τίποτα. Δακρύζουμε, πέφτουμε κάτω, γελάμε για ώρες. Σιγά σιγά, το άπλετο φως λούζει όλον τον πλανήτη. Αρχίζουν όλοι να γελάνε. Ακόμα και τα παιδάκια της Αφρικής, ακόμα και οι φυλακισμένοι του Γκουαντανάμο. Όλοι οι άνθρωποι αυτής της Γης γελάνε, ξεκαρδίζονται στα γέλια. Και όλοι κοιτούν εμάς και εμείς ο ένας τον άλλον.

5/4/06

Fast Fiction

...μικρά διηγήματα μεταξύ φίλων...